Η πρόοδος προς μεγαλύτερη έμφυλη δικαιοσύνη ξεκίνησε με μια αλλαγή συνείδησης, στο πλαίσιο της χειραφέτησης ολοένα περισσότερων πληθυσμιακών ομάδων και της μετατροπής τους σε πολίτες που συμμετέχουν ενεργά στις δημοκρατικές διαδικασίες. Αυτή η αλλαγή συνείδησης διαδόθηκε στην ευρύτερη κοινωνία μέσω μιας αστικής δημόσιας σφαίρας. Χρειάστηκε να περάσει αρκετός χρόνος προτού τα μέσα ενημέρωσης ασχοληθούν με τα αιτήματα των σουφραζετών, των εκπροσώπων του εργατικού κινήματος και των μεταρρυθμιστριών της εκπαίδευσης —πρώτο γυναικείο κίνημα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα— ή με τα αιτήματα όσων υποστήριζαν το δικαίωμα στην άμβλωση, την ισότητα των αμοιβών, τις ποσοστώσεις στα κοινοβούλια και στα εποπτικά συμβούλια, τη δημιουργία χώρων αποκλειστικά για γυναίκες και πολλά άλλα — δεύτερο γυναικείο κίνημα.

Αρχικά, οι γυναίκες βγήκαν στους δρόμους, ύψωσαν τη φωνή τους στους ανδροκρατούμενους κύκλους του κινήματος του 1968 στη Δυτική Ευρώπη, οργάνωσαν συνέδρια και ενώθηκαν σε πρωτοβουλίες. Στο πλαίσιο των Νέων Κοινωνικών Κινημάτων της δεκαετίας του 1970 στη Δυτική Ευρώπη, ακόμη και η δημόσια συζήτηση των αιτημάτων τους έπρεπε πρώτα να κατακτηθεί μέσα από σκληρούς αγώνες. Σαράντα χρόνια αργότερα, αρκετά από τα πρόσωπα που συμμετείχαν σε αυτούς τους αγώνες μπόρεσαν να αποκτήσουν επιρροή, ιδίως μέσω θέσεων στην πολιτική και τη δημόσια διοίκηση, και να θεσμοποιήσουν όσα κάποτε αποτελούσαν αιτήματα ενός κινήματος πολιτών. Η σημερινή, μεταβαλλόμενη κατάσταση δημιουργεί ορισμένα παράδοξα, τα οποία με τη σειρά τους επηρεάζουν την αποδοχή και την εφαρμογή της έμφυλης δικαιοσύνης.

Υπάρχει η ευρέως διαδεδομένη «αναταραχή γύρω από το φύλο» (Gender Trouble, Judith Butler), ιδίως στους συντηρητικούς και πολιτικά δεξιούς κύκλους, αλλά και σε τμήματα πολιτικά αριστερών ομάδων. Αυτή συχνά συνοδεύεται από κριτική απέναντι στις πραγματικά δημιουργικές προσπάθειες για τη διαμόρφωση μιας γλώσσας ευαίσθητης ως προς το φύλο και παρουσιάζει την ισότητα των φύλων ως μια στρατηγική που επιβάλλεται «από πάνω προς τα κάτω» ή ως «εξαναγκασμό». Μια τέτοια οπισθοδρόμηση αντανακλά επίσης τις κοινωνικές πολώσεις που παρατηρούνται ξανά, με αυξανόμενη ένταση, στη Δυτική Ευρώπη κατά την τελευταία δεκαετία.

Η επισφαλειοποίηση των συνθηκών εργασίας, των συνθηκών στέγασης και των μελλοντικών προοπτικών αποδυναμώνει τις κοινωνικοοικονομικές προϋποθέσεις για την οικονομική ανεξαρτησία και την πλήρη ισότητα των γυναικών. Ταυτόχρονα, λόγω της εντονότερης κοινωνικής διαστρωμάτωσης, οι άνδρες που ζουν υπό επισφαλείς συνθήκες μπορεί να αισθάνονται ότι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με «επιτυχημένες» γυναίκες που διαθέτουν σημαντικά υψηλότερο εισόδημα, καθώς αυτό συγκρούεται με το πρότυπο ρόλου του «ισχυρού» άνδρα που ηγείται ενός νοικοκυριού. Ωστόσο, αυτή η κοινωνική διάσταση ελάχιστα εξετάζεται.

Αυτό, βεβαίως, αποτελεί επίσης μέρος της πολιτικής στρατηγικής που συμβάλλει στην επικράτηση ενός οικονομικού και κοινωνικού παραδείγματος: του οικονομικού φιλελευθερισμού ή του νεοφιλελευθερισμού της Σχολής του Chicago. Η συστηματική εδραίωση της ανασφάλειας περιλαμβάνει επίσης την απομάκρυνση του κοινωνικού ζητήματος από τη δημόσια συζήτηση, παρότι η κοινωνική πραγματικότητα διαμορφώνεται πολιτικά. Ό,τι παραμερίζεται στο επίπεδο του λόγου συνήθως βρίσκει άλλους τρόπους έκφρασης. Τα ζητήματα φύλου μπορούν να περιοριστούν σε γλωσσικές αντιπαραθέσεις και να μετατραπούν έτσι σε πολιτισμικά ζητήματα. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργούν, θα λέγαμε, ως πεδίο προβολής για κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα που έχουν παραμεριστεί.

Το ζήτημα μπορεί επίσης να συζητηθεί με βάση την ακόλουθη θέση: η σύνδεση νεοφιλελεύθερων ή οικονομικά φιλελεύθερων στρατηγικών με φεμινιστικά αιτήματα προωθεί τις κοινωνικές διαιρέσεις, παρότι η μεγαλύτερη έμφυλη δικαιοσύνη και η έμφυλη ποικιλομορφία θα έπρεπε να καθιστούν αυτές τις διαιρέσεις περιττές. Επομένως, το αίτημα για έμφυλη ισοτιμία στα ηγετικά επίπεδα θα εξασφαλίσει ευρεία κοινωνική αποδοχή κυρίως όταν εντάσσεται σε προσπάθειες για «κοινωνική δημοκρατία», δηλαδή για υψηλό βαθμό κοινωνικής ισορροπίας.

Θα άξιζε να συζητηθεί κατά πόσο αυτό —μεταξύ άλλων παραγόντων— συνέβαλε στην επιτυχία των προσπαθειών για ισότητα στις σκανδιναβικές χώρες, των οποίων οι κοινωνίες είναι σημαντικά πιο εξισωτικές από εκείνες άλλων μοντέλων κοινωνικού κράτους.[1]

 

ΠΗΓΕΣ

[1]Esping-Andersen, Gøsta, The Three Worlds of Welfare Capitalism, Princeton 1990